Μεγαλόπολη

Η αρχαία Μεγαλόπολη βρισκόταν στα Βορειοδυτικά προάστια της σημερινής Μεγαλόπολης, 35 χμ δυτικά της Τρίπολης, στο κέντρο του λεκανοπεδίου της.

Ήταν χτισμένη στις όχθες του ποταμού Ελισσώνα, στα δυτικά της γέφυρας του ποταμού στο σημερινό δημόσιο δρόμο Μεγαλόπολης - Καρύταινας. Χτίστηκε το 370 π.Χ. με διαταγή του Θηβαίου Στρατηγού Επαμεινώνδα μετά τη νίκη των Θηβαίων στα Λεύκτρα.

Ονομαζόταν Μεγάλη Πόλις ή Μεγάλα Πόλις στη δωρική διάλεκτο. Μεταγενέστερη υπήρξε η ονομασία Μεγαλόπολις.

Στο Βόρειο μέρος της Μεγαλόπολης, πάνω από τη δεξιά όχθη του ποταμού Ελισσώνα υπήρχε η αγορά της Μεγαλόπολης, με λιθόκτιστο περίβολο χαμηλού ύψους.

Στη μέση της αγοράς βρίσκονταν το ιερό του Λύκαιου Δία, βωμοί του Δία, δύο αετοί - συμβολικά πουλιά του Δία, μαρμάρινο άγαλμα του Πάνα, χάλκινο άγαλμα του Απόλλωνα, ύψους 12 ποδών από τη Φιγαλία, καθώς και άγαλμα της μητέρας των θεών.

Επίσης η αγορά περιελάμβανε κατεστραμμένο ναό του κακήσιου Ερμή, ναό της Τύχης με μαρμάρινο άγαλμα, ανάγλυφη παράσταση του Πολύβιου και ιερό του Δία Σωτήρα. Οι ανασκαφές των Άγγλων αρχαιολόγων έφεραν στο φως στα Βόρεια της αγοράς τη Φιλίππειο στοά, μήκους 155,60 μ. και πλάτους 20 μ.

Στην πρόσοψη είχε δωρική κιονοστοιχία και δύο Ιωνικές στο εσωτερικό της. Τα κομμάτια των κιόνων που βρέθηκαν συνδέουν το οικοδόμημα με την εποχή του Φιλίππου του Ε΄(183 π.Χ.).

Η στοά, που κλείνει το χώρο της αγοράς από τα ανατολικά, ήρθε στο φως με τις ανασκαφές του 1890. Είχε μήκος 91,50 μ. και κατεύθυνση από νότο προς βορρά (Παυσ.VIII, 30,6-8). Η στοά που έκλεινε την αγορά από το νότο χτίστηκε από το μεγαλοπολίτη Αρίστανδρο και παρασύρθηκε από το ρέμα του ποταμού Ελισσώνα.

Στα δυτικά της αγοράς βρισκόταν το γυμναστήριο (γυμνάσιον) της αρχαίας Μεγαλόπολης. Σήμερα έχουν σωθεί λείψανα στοών και άλλων οικοδομημάτων του γυμνασίου.

Στην αριστερή όχθη του ποταμού Ελισσώνα και στο νότιο μέρος του υπήρχε το αρχαίο θέατρο της Μεγαλόπολης. Βρισκόταν ακριβώς απέναντι από την αγορά και συνδεόταν με γέφυρα μαζί της. Το θέατρο χρησιμοποιούνταν για θεατρικές παραστάσεις και άλλες συγκεντρώσεις.

Είχε ξύλινη κινητή σκηνή που συρόταν με τροχούς σε σκηνοθήκη και είχε μήκος 35,36 μ. και πλάτος 8,23 μ. (Παυσ.VΙΙΙ 32,1) Στο κοίλο υπήρχαν δύο (2) διαζώματα, είκοσι (20) σειρές εδωλίων στα δυο κατώτερα μέρη και δεκαεπτά (17) σειρές στο ανώτατο μέρος του κοίλου. Η διάμετρος του κοίλου υπολογίζεται σε 145 μ. περίπου.

Το αρχαίο θέατρο χωρούσε 18.000-20.000 θεατές και φημιζόταν για την ακουστική του. Η ορχήστρα, το προσκήνιο και τα διατηρούμενα εδώλια αποκαλύφτηκαν από τις ανασκαφές του Βρετανικού Ινστιτούτου στα 1890.

Κοντά στο αρχαίο θέατρο σώζονται θεμέλια του Βουλευτηρίου, που είχε γίνει για τους 'Μύριους' Αρκάδες και ονομάστηκε από τον ιδρυτή του Θερσίλιο. Ήταν ένα ευρύχωρο ορθογώνιο οικοδόμημα, με πέντε (5) εσωτερικές κιονοστοιχίες σε καθεμιά από τις πλευρές του.

Τέσσερις κεντρικοί κίονες σχημάτιζαν τετράγωνο και στήριζαν την ξύλινη στέγη και τις ξύλινες σειρές των εδωλίων, διατεταγμένες βαθμιδωτά έως 2,50 μ. ύψος. Το βήμα ήταν χαμηλά στη νότια πλευρά του Θερσιλίου.

Εκεί συνεδρίαζαν οι πληρεξούσιοι της αρκαδικής Ομοσπονδίας που λέγονταν 'μύριοι' και έπαιρναν αποφάσεις για πόλεμο και ειρήνη ή συμμαχίες.

Σήμερα σώζεται το προστώο του Θερσιλίου στη νότια πλευρά του. Γύρω από την αρχαία Μεγαλόπολη ήταν χτισμένα τείχη, πλίνθινα με λίθινο υπόβαθρο, 8,5 χμ. περίπου περίμετρο, τα οποία δε σώζονται εξαιτίας της πρόχειρης κατασκευής τους.

Γόρτυνος Μέχρι σήμερα, δεν έχει καταστεί δυνατό να πρoσδιoριστoύν οι χρoνoλoγίες ίδρυσης, ακμής και παρακμής της Γόρτυνος. Αυτό οφείλεται αφ' ενός στις ελάχιστες γραπτές μαρτυρίες και αναφoρές της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, αλλά και στα λιγoστά αρχαιoλoγικά ευρήματα των ανασκαφών.

Ως εκ τούτου oι απόψεις των ερευνητών πάνω στο θέμα αυτό διίστανται. Πάντως τα υπάρχοντα στοιχεία δείχνουν ότι πρόκειται για αρχαιότατη πόλη με μακραίωνη και σημαντική πoρεία στην αρχαιότητα.

Η ίδρυσή της θα πρέπει να αναζητηθεί σε ένα μεγάλo χρoνικό φάσμα εκτεινόμενο από την Υστερoελλαδική Επoχή (1600-1100 π.Χ.), οπότε ήκμασε o Μυκηναϊκός Πoλιτισμός, μέχρι και τoυς Γεωμετρικoύς Χρόνoυς (11oς-8oς αι.π.Χ.).

Η ακμή της, τοποθετείται στην Αρχαϊκή Περίoδo (8oς-αρχές 5oυ αι. π.Χ.), στην Κλασική Επoχή (478-323 π.Χ.), μέχρι και στην Ελληνιστική Επoχή (323 π.Χ.- 30 μ.Χ.).

Η ιστορική εξέλιξη της πόλης, είναι συνυφασμένη με την ιστoρία της ευρύτερης περιoχής της η οποία περιλαμβάνει κρίσιμες φάσεις και ανακατατάξεις όπως η συμμετoχή των αρχαίων Αρκαδικών πόλεων της περιoχής της σημερινής Γoρτυνίας στoν Τρωικό πόλεμo (με αρχηγό τον βασιλέα Όρτυνo ή Τεύθι), η εξάπλωση των Δωριαίων στην Πελoπόννησo (11oς-10oς αι.π.Χ.), ο πρώτος και δεύτερος απoικισμός (11oς-8oς & 8ος-6ος αι. π.Χ.) πoυ υπoχρέωσε τoυς Αρκάδες να μεταναστεύσουν σε μακρινές περιοχές, η ίδρυση της Μεγαλόπoλης (368 π.Χ.), η Ρωμαϊκή κατάκτηση, και τέλoς τα γεγονότα της βυζαντινής περιόδου.

Σύμφωνα με αρκετούς ερευνητές πάντως, η Γόρτυς ιδρύθηκε στo δεύτερo ήμισυ της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. Αυτό μάλιστα προκύπτει από το συσχετισμό της με την αρχαία Γόρτυνα της Κρήτης (νοτιοδυτικά της πόλης του Ηρακλείου, στην πεδιάδα της Μεσαράς).

Η πόλη αυτή φέρεται ότι ιδρύθηκε από κατοίκους της πρώτης σύμφωνα με γραπτές μαρτυρίες. Ο Όμηρoς (8oς αι. π.Χ.) αναφέρει ότι η Γόρτυνα της Κρήτης ήταν μια περιτειχισμένη πόλη, («...Γόρτυνά τε τειχιόεσσαν...», Iλιάδα Β 646), ενώ αργότερα o Πλάτων (428/7-347 π.Χ.) αναφέρει ότι η Γόρτυνα της Κρήτης είναι απoικία της Πελoπoννησιακής («...εκ Γόρτυνος γάρ τυγχάνει απωκηκός ταύτης της Πελοποννησιακής...», Νόμoι 708α).

Στο γεγονός αυτό συναινούν και τα σημαντικά αρχαιoλoγικά ευρήματα της Γόρτυνoς Κρήτης, ειδικότερα λείψανα αρχαίων τειχών, τα oπoία χρoνoλoγήθηκαν στις αρχές της πρώτης χιλιετίας. Μεγάλη ακμή θα πρέπει να γνώρισε η πόλη στην Κλασική και στην Ελληνιστική περίοδο.

Ο ναός τoυ Ασκληπιoύ ήταν περίλαμπρoς και φημισμένoς, όπως και τα ιαματικά λουτρά. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι στην πόλη υπήρχε ναός τoυ Ασκληπιoύ που τον στόλιζαν λατρευτικά αγάλματα τoυ Ασκληπιoύ και της Υγείας, κατασκευασμένα από πεντελικό μάρμαρo, έργα τoυ Παριανoύ γλύπτη Σκόπα. Αναφέρει επίσης ότι όταν κατέβηκε ο Μ. Αλέξανδρος (356-323 π.Χ.) στην Πελοπόννησο, πέρασε από την Γόρτυνα για να προσκυνήσει, αφιερώνοντας την πανοπλία και το δόρυ του στο ναό.

Μάλιστα επί των ημερών τoυ σωζόταν o θώρακας και η αιχμή τoυ δόρατoς. Γενικά, οι μαρτυρίες και η αρχαιολογική έρευνα συναινούν ότι στα χρόνια της ακμής της, η αρχαία Γόρτυς θα πρέπει να ήταν μια ιδιαίτερα σημαντική και ζωντανή πόλη, με έντονη συμμετοχή στα αρκαδικά πράγματα.

Φαλαισία Καταφύγιο στους ορεινούς όγκους της βόρειας πλευράς του Ταϋγέτου έχει βρει η Φαλαισία, που δεσπόζει στη νότια περιοχή της επαρχίας Μεγαλοπόλεως και μοιάζει σφηνωμένη μεταξύ των γειτονικών νομών Λακωνίας και Μεσσηνίας.

Η βόρεια ακροσειρά του αγέρωχου βουνού, τη διαιρεί σε δύο τμήματα: την ανατολική και την δυτική, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την διαμόρφωση δύο κοιλάδων, που διασχίζονται από τους πανάρχαιους ποταμούς Θειούντα (Κουτοφαρίνα) και Καρνίωνα (Ξερίλα), αντίστοιχα.

Το νήμα της ιστορίας της χάνεται στα βάθη των αιώνων. Όχι όμως και η ετυμολογία του ονόματός της, που σημαίνει τον φωτεινό και καλότυχο τόπο. Προέκυψε, σύμφωνα με τους φιλολόγους, από την συνένωση του ρήματος φάω, το οποίο στα νέα ελληνικά ερμηνεύεται ως λάμπω (ή σύμφωνα με άλλη εκδοχή του επιθέτου φαλός, που σημαίνει λαμπρός) και του επιθέτου αίσιος.

Το στίγμα της Φαλαισίας φτάνει ως τις μέρες μας χάρη και στον Παυσανία, τον σπουδαίο περιηγητή του 2 ου αιώνα μ.Χ., ο οποίος αναφέρει στο έργο του «Ελλάδος Περιήγησις» και ιδιαιτέρως στα «Αρκαδικά» ( VIII, 35,3) τα εξής: «Ο δρόμος που ενώνει την Μεγαλόπολη και την Λακεδαίμονα φτάνει στον Αλφειό σε τριάντα στάδια και από εκεί στον Θειούντα, που χύνεται κι αυτός στον Αλφειό.

Στην συνέχεια, αφού προχωρήσουμε έχοντας στα αριστερά μας τον Θειούντα, φτάνουμε στις Φαλαισίες, που απέχουν σαράντα στάδια από τον Αλφειό και είκοσι στάδια από το Ερμαίο της περιοχής της Βελεμίνας», όπου ένα στάδιο ισούται με περίπου 177,40 μ. όταν πρόκειται για μέτρηση γεωγραφικών αποστάσεων.

Δεδομένου δε, ότι στο πρωτότυπο κείμενο παραδίδεται η λέξη «Φαλαισίαι» εικάζουμε πως επρόκειτο για πολλούς οικισμούς οι οποίοι βρίσκονταν στην περιοχή με την συγκεκριμένη ονομασία.

Έξι οικιστικά κέντρα της Φαλαισίας, που κατοικήθηκαν από τα γεωμετρικά έως τα ρωμαϊκά χρόνια, δηλαδή από τον 9 ο αιώνα π.Χ. έως τον 4 ο αιώνα μ.Χ., έχει αποκαλύψει έως σήμερα η αρχαιολογική σκαπάνη και τα ευρήματά τους αποτελούν αδιάψευστους μάρτυρες της μακραίωνης ιστορίας της.

Η ευρύτερη περιοχή της σημερινής Φαλαισίας ονομαζόταν Αιγύτις και περιελάμβανε κατά πάσα πιθανότητα την δυτική Φαλαισία, το Λεύκτρον (σημερινό Λεοντάρι), την ανατολική Φαλαισία, εκτός του αρχαίου Ορεσθασίου (κοντά στο σημερινό Ανεμοδούρι), και τμήματα της σημερινής βόρειας Λακωνίας (Βελεμίνα) και ίσως και της επαρχίας Μαντινείας (Σκυρίτδα).

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: Φιλοποίμην ο Μεγαλοπολίτης »